επιθυμώ

(AM ἐπιθυμῶ, -έω)
έχω την επιθυμία, ορέγομαι να αποκτήσω ή να κάνω κάτι, θέλω
νεοελλ.
έχω την αξίωση, δίνω την εντολή, απαιτώ
μσν.- νεοελλ.
ποθώ ερωτικά
μσν.
1. εύχομαι να γίνει κάτι
2. μού αρέσει κάτι
3. στερούμαι κάτι
4. εποφθαλμιώ κάτι
5. (η μτχ. παρακμ. ως επίθ.) πεθυμημένος, -η, -ο
α) επιθυμητός
β) αυτός που επιθυμεί κάτι
αρχ.
1. έχω επιθυμίες, ορέξεις
2. (το ουδ. τής μτχ. ενεστ. ως ουσ.) τὸ ἐπιθυμοῡν
η επιθυμία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + -θυμώ (< θυμός* «ψυχή, καρδιά»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιθυμώ — επιθυμώ, επιθύμησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επιθυμώ — και πιθυμώ και πεθυμώ και αποθυμάω επιθύμησα και πεθύμησα και απεθύμησα και αποθύμησα, μτβ. 1. έχω την επιθυμία να αποκτήσω ή να απολαύσω ή να πράξω κάτι, το θέλει η καρδιά μου, το τραβάει η όρεξή μου: Επιθυμεί να παντρευτεί. – Πεθύμησα μαύρο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιθυμῶ — ἐπιθυμέω set one s heart upon pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἐπιθυμέω set one s heart upon pres ind act 1st sg (attic epic doric) ἐπιθῡμῶ , ἐπιθυμέω set one s heart upon pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἐπιθῡμῶ , ἐπιθυμέω set… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθύμῳ — ἐπίθυμον a parasitic plant growing on thyme neut dat sg ἐπίθυμος desirous masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'πιθυμῶ — ἐπιθυμῶ , ἐπιθυμέω set one s heart upon pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἐπιθυμῶ , ἐπιθυμέω set one s heart upon pres ind act 1st sg (attic epic doric) ἐπιθῡμῶ , ἐπιθυμέω set one s heart upon pres subj act 1st sg (attic epic doric)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀπιθυμῶ — ἐπιθυμῶ , ἐπιθυμέω set one s heart upon pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἐπιθυμῶ , ἐπιθυμέω set one s heart upon pres ind act 1st sg (attic epic doric) ἐπιθῡμῶ , ἐπιθυμέω set one s heart upon pres subj act 1st sg (attic epic doric)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυριορέγομαι — επιθυμώ κάτι πάρα πολύ ή αγαπώ υπέρμετρα, σφοδρά («όλα τα μυριορέγετο κι επαίνα η Αρετούσα», Ερωτόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μυρι(ο) * + ὀρέγομαι] …   Dictionary of Greek

  • προαιρούμαι — επιθυμώ, προτιμώ, αποφασίζω από μόνος μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βούλομαι — και βουλιέμαι και βουλιούμαι (AM βούλομαι, Α και επιτ. τ. βόλομαι) 1. θέλω, επιθυμώ 2. λογαριάζω, σκέπτομαι να πράξω κάτι νεοελλ. αποφασίζω μσν. (για διάταξη νόμου) καθορίζω αρχ. φρ. 1. «εἰ βούλει» (ευγενική φράση φιλοφροσύνης) αν αγαπάς 2.… …   Dictionary of Greek

  • ερώ — (I) (AM ἐρῶ, άω, Α ιων. τ. ἐρέω) μσν. νεοελλ. (συν. το μέσ.) ἐρῶμαι 1. αγαπώ, ερωτεύομαι («ἠράσθη τὴν κόρην») 2. (το αρσ. και θηλ. τής μτχ. ως ουσ.) α) ο ερωμένος ο αγαπητικός, ο εραστής β) η ερωμένη (για άτομα που έχουν εξωσυζυγικές, παράνομες… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.